Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Απουσία

Της Μαρίας Παπαδοπούλου Είσαι εδώ κι όμως λείπεις.  Τα χείλη σου χαμογελούν, τα μάτια σου όμως κλαίνε. Με κοιτάς αλλά δε με βλέπεις,  με ακούς χωρίς να με προσέχεις,  σε μέρος μακρινό ταξιδεύεις και εμένα δεν με θες μαζί.  Ζω με τη σκιά σου,   με αυτό που ήσουν,   με αυτό που νόμιζα ότι ήσουν,   με αυτό που ήθελα να ήσουν. Είδα τη βαλίτσα σου έξω από την πόρτα σήμερα.  Φεύγει το φάντασμα σου,  κι εγώ δεν ξέρω  τι περισσότερο με πονά· ότι δεν θα είσαι πια εδώ,  ή ότι ποτέ πραγματικά δεν ήσουν. Η αξόδευτη αγάπη με βαραίνει,  τα αν και τα γιατί στοιχειώνουν κάθε γωνιά του σπιτιού. Πάρε με μαζί σου· κι ας περπατήσουμε σε δρόμους παράλληλους,  κι ας φτάσουμε σε διαφορετικό προορισμό.  Αρκεί να ξέρω ότι η σκιά σου είναι ακόμα εκεί. *Η Μαρία Παπαδοπούλου είναι μεταφράστρια και καθηγήτρια αγγλικών. Γράφει διηγήματα στα ελληνικά και στα αγγλικά. Το βιβλίο της «Η ζωή από το τζάμι περνά» εκδόθηκε πρόσφατα από τις ...

Φλυαρίες

Τ ου  Θ άνου  Κ ουλουβάκη Αν με ρωτήσεις - όταν είσαι μεθυσμένη - τι αγάπησα περισσότερο θα σου απαντήσω πως αγάπησα στιγμές, αναμνήσεις και τις νύχτες που δεν πρόλαβα να ζήσω. Αν με ρωτήσεις ξανά τι αγάπησα περισσότερο κι από τις στιγμές τις αναμνήσεις ή τις νύχτες, θα σωπάσω. Έπειτα θα κοιτάξω τα μάτια σου, θα γυρίσω το βλέμμα στον ουρανό και δε θα καταφέρω να πω τίποτα. Θα αναζητήσω όμοια άστρα μ' εκείνες τις νύχτες ή προσφιλείς κουβέντες. Θ' ανοίξω το κόκκινο κρασί και θα πιω μεγάλες γουλιές. Θα κοιτάξω τα μάτια σου και δε θα μπορώ να μιλήσω. Ούτε τ' αστέρια δίνουν αρκετή δύναμη, ούτε το κρασί. Δε θα μπορώ να πω κουβέντα. Θ' αγγίξω το χέρι σου και θα ταξιδέψω για μερικά δευτερόλεπτα στην πιο εκστατική  - στην πιο υπερβατική -  αίσθηση. Όσοι δεν την αισθάνθηκαν είναι αυτοί που αντί να βιώνουν στιγμές αρκούνται σε φλυαρίες.

Τα χέρια

Γ ράφει η  Μ αρία Π απαδοπούλου* Πάντα ήθελα να απλώσει τα χέρια του να πιάσει κάτι, αλλά ποτέ δεν το έκανε. Το βάζο με το γλυκό κυδώνι της γιαγιάς. Μόνο που το έβλεπε, του έτρεχαν τα σάλια. Κάθε φορά  όμως που άνοιγε το ντουλάπι για να το πάρει άκουγε πίσω του τη φωνή της γιαγιάς  «Άστο κάτω! Αυτό είναι για τους ξένους!» Το αυτοκίνητο του μεγάλου του αδελφού. Ήταν μεγάλο, κατακόκκινο σαν τη φωτιά, γυαλιστερό. Εκείνος δεν είχε δικό του αυτοκίνητο. Οι γονείς του δεν είχαν αρκετά λεφτά για να πάρουν παιχνίδια και για τους δύο , κι ο αδελφός του δεν του το έδινε ποτέ. Τα βράδια σκεφτόταν πολλές φορές να πάει και να το αρπάξει κάτω από το κρεβάτι που το φύλαγε ο αδελφός του. Αλλά την ίδια στιγμή θυμόταν την απειλή του αδελφού του «Αν πάρεις το αυτοκίνητό μου θα  σε πλακώσω στο ξύλο» Τον  χτυπημένο σκύλο που βρήκε στον σκουπιδοτενεκέ. Ήθελε τόσο πολύ να τον πάρει σπίτι, να τον φροντίσει, να τον χαϊδέψει ,να κοιμηθούν μαζί. Να μιλήσουν χωρίς να πουν τίποτα. Να δουν μα...

Βιβλιοταξίδια με το «Το κορίτσι που αγαπούσε τα βιβλία»

Αγόρασα το συγκεκριμένο βιβλίο εντυπωσιασμένη από τον τίτλο του. Η ιστορία ενός βιβλόφιλου είναι εξ ορισμού άκρως ενδιαφέρουσα για μένα. Λίγες μέρες μόνο μου πήρε για να μάθω τη συγκεκριμένη.  Είναι η ιστορία της Δήμητρας που εργάζεται σε ένα μικρό εκδοτικό οίκο. Όνειρό της είναι να αναδείξει  νέους, ταλαντούχους συγγραφείς και να εκδώσει τα βιβλία τους. Αντί για αυτό όμως - κατόπιν εντολής του αφεντικού της - ασχολείται με τη μετάφραση βιβλίων αυτοβελτίωσης τα οποία παρουσιάζει και εκδίδει ως δικά της και φτιάχνει καφέδες. Ώσπου, κάποια στιγμή, το αφεντικό της τής επιτρέπει να εκδώσει τη λογοτεχνική σειρά που πάντα ονειρευόταν.  Ενθουσιασμένη, δημοσιεύει τη σχετική ανακοίνωση και αρχίζει να δέχεται έργα συγγραφέων. Προς μεγάλη της απογοήτευση, το ένα κείμενο είναι χειρότερο από το άλλο. Είναι έτοιμη να τα παρατήσει, μέχρι που φτάνει στα χέρια της το κείμενο του Αυγούστου, ένα κείμενο που της κινεί  το ενδιαφέρον.  Ποιος είναι όμως ο Αύγουστος και τι πραγματικά ...

ξέχασα να στο πω

Τ ου  Θ άνου  Κ ουλουβάκη Τότε που περπατούσαμε κοντά στα κύματα κι έπαιζα με την άμμο, ξέχασα να στο πω. Τότε που μαγειρεύαμε κι εγώ αντί να ανακατεύω τη σάλτσα παρατηρούσα το χαμόγελο σου, ξέχασα να στο πω. Τότε που πίναμε κρασί και μου έλεγες κάτι σοβαρό κι εγώ σε κοιτούσα στα μάτια με προσοχή γιατί τα μάτια σου έμοιαζαν με το πιο όμορφο μέρος του κόσμου, ξέχασα να στο πω. Τότε που κολυμπούσαμε και σ' αγκάλιασα κι εσύ με φίλησες κι εγώ ένιωσα πράγματι ελεύθερος, ξέχασα να στο πω. Τότε που πήγα για μπύρες και γύρισα όσο πιο γρήγορα μπορούσα γιατί μου έλλειψες και ήθελα να σε δω, ξέχασα να στο πω. Τότε που σε περίμενα και φοβόμουν ότι δε θα έρθεις ποτέ ξανά - παρ' όλο που ήρθες - κι έβαλα τα κλάματα πολλές φορές γιατί νόμιζα ότι με τα δάκρυα φεύγει ο πόνος, ξέχασα να στο πω. Τότε που πονούσε η καρδιά μου γιατί δεν άντεχε άλλο τη ζωή κι εσύ άπλωσες τα χέρια και με τράβηξες από το θάνατο, ξέχασα να στο πω. Τότε που σε έβγαζα φωτογραφίες και αντί να κοιτάω τη λήψη ή το φωτισμό ή...

Βιβλιοταξίδια με το «Ακούω την καρδιά του παίχτη»

Το βιβλίο «Ακούω την καρδιά του παίχτη» είναι μία συλλογή διηγημάτων. Η Βίλια Χατζοπούλου σε κάθε ιστορία ακούει προσεκτικά την καρδιά του κάθε ήρωα. Ακούει αυτά που λέει, αυτά που δεν λέει, αυτά που θα ήθελε να πει· ακούει τις παύσεις, ακούει και τις σιωπές.  Αφηγείται την κάθε ιστορία απλά, λιτά, ουσιαστικά. Τραβά αργά και σταθερά κάθε μάσκα, φωτίζει διακριτικά κάθε σκοτεινή πλευρά χωρίς να κατακρίνει,χωρίς να επικρίνει, χωρίς να προσπαθεί να αλλάξει τίποτα. Αφήνει τον αναγνώστη να οδηγηθεί στα δικά του συμπεράσματα· γοητευτικό. Κάθε ήρωας είναι αγαπητός ή τουλάχιστον γοητευτικός. Είναι τέτοιο το βάθος και η ένταση των σκέψεών και των συναισθημάτων, τόσο βασανιστικός ο χορός των δαιμόνων, που δεν μπορείς παρά να συμπάσχεις. Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό γίνεσαι ένα  με τον καθένα από αυτούς και όταν αυτοί σταματούν να σου μιλούν αναρωτιέσαι τι να απέγιναν.  Ιδιαίτερα αγάπησα το διήγημα «Το χέρι μου είναι κλειδωμένο» γιατί μου θύμισε αρκετά το υπόγειο του Ντοστογιέφσκι. Όπως...

Βιβλιοταξίδια με το « 21+1 συγγραφείς μας λένε τον καφέ»

Σε αυτό το βιβλίο κάθε ιστορία έχει 121 λέξεις και αναφέρεται στον καφέ. Ο καφές κάθε φορά είναι διαφορετικός. Αλλάζει ανάλογα με την ψυχοσύνθεσή των ηρώων· θυμίζει κάτι που έχουν ανάγκη, κάτι που τους βοηθά να συνεχίσουν να υπάρχουν, κάτι που τους βασανίζει ανελέητα. Είναι ο έρωτας, η φιλία, το όνειρο, το απωθημένο το παράπονο, ο φόβος. Όλες οι γεύσεις και τα αρώματα μπλέκονται αρμονικά και φέρνουν ένα σαγηνευτικό αποτέλεσμα. Ένα βιβλίο σύνθετο μέσα στην απλότητα του ουσιαστικό μέσα στη λιτότητα του. Βρείτε το βιβλίο εδώ. Γράφει η Μαρία Παπαδοπούλου* * Η Μαρία Παπαδοπούλου είναι μεταφράστρια και καθηγήτρια αγγλικών. Γράφει διηγήματα στα ελληνικά και στα αγγλικά. Το βιβλίο της «Η ζωή από το τζάμι περνά» εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Λέμβος και βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία Ο Πολίτης, Ιανός, Πολιτεία, Bookplus, Πατάκης, Παρημιν, Εν Αθήναις και στα ηλεκτρονικά site τους!

Βιβλιοταξίδια με το «Σκισμένο Ψαθάκι»

Η Αλκυόνη Παπαδάκη είναι μια συγγραφέας που με συγκινεί βαθιά για την ικανότητά της να βιώνει έντονα  τα πάντα αλλά και για το κουράγιο της να μοιράζεται τα πάντα χωρίς να σκέφτεται το κόστος. Ξέρει ότι θα ανοίξουν οι ουρανοί, ασταμάτητη θα πέσει η βροχή κι όμως περιμένει μόνη πάντα σε μια γωνιά χωρίς να κρατά ομπρέλα. Είναι σαν κάθε φορά να λέει «Θα σας πω μια ιστορία, όπως ακριβώς έγινε, τίποτα δεν θα κρύψω, σε όλα θα ρίξω φως, κανενός τα αυτιά δεν θα χαϊδέψω,  κι αν αντέξετε καλώς. Κι αν δεν αντέξετε, πάλι καλώς».  Το Σκισμένο Ψαθάκι το διάβασα πρόσφατα . Αφηγείται την ιστορία μιας μεσοαστικής οικογένειας στην οποία τίποτα, μα τίποτα όμως, δεν πάει καλά. Αρχηγός της οικογένειας η φοβερή και τρομερή Ροζαλία, μια προσωπικότητα που ομολογώ, με τρόμαξε. Γιατί η Ροζαλία δεν αγαπά κανέναν. Χειρίζεται με αριστοτεχνικό τρόπο τους πάντες προκειμένου να μπορεί να ζει τη μεγάλη ζωή. Επιτίθεται με απίστευτο μένος σε όποιον τολμά να της πάει κόντρα. Ποτέ δε λυγίζει, ποτέ...

Μέρα Τέλεσης

Click: Λυδία Ηλιάνα Ξοφάκη Τ ης  Λ υδίας Η λιάνας Ξ οφάκη Μπλούζα λευκή, λευκή για εξιλέωση περιμένει να φορεθεί, να φορεθεί σε γάμο ή σε κάποια βάφτιση, μένει να περιμένει, τελικά να περιμένει για κάποιας κηδείας την υποχρέωση, γιατί είναι λευκή, λευκή για εξιλέωση.

ερωτελεστία

Τ ου Θ άνου Κ ουλουβάκη Θέλω να έρθει εκείνη η μέρα που θα ερωτευθούμε ξανά· θα ερωτευθούμε τη ζωή, τα χρώματα τ' ουρανού, τα χαμόγελα των ανθρώπων, τ' αποτυπώματα στις παραλίες, τις βραδινές συζητήσεις. Περιμένω τη μέρα που τα στόματα θα γεμίζουν με λουλούδια  και φιλιά· που τα ελεύθερα χέρια  θα αγκαλιάζουν  και θα αγγίζονται  χωρίς σταματημό. Τη μέρα εκείνη  που θα ταξιδεύουμε  και τα μυαλά μας θα είναι γεμάτα με όνειρα. Αυτή τη μέρα σκέφτομαι, που θα σ' ερωτευθώ  και θα στο πω  κι εσύ θα με κοιτάξεις και δε θα μιλήσεις  - μονάχα θα γελάσεις λίγο και θα μ' αγκαλιάσεις. Κι εγώ θα εύχομαι  να με έχεις ερωτευθεί έστω και λίγο. Εύχομαι να πάμε μια βόλτα στα ποιήματα του ουρανού και να ταξιδεύουμε στις ράγες των ιδεών μας. Ξέρεις γιατί δε μπορούμε να σταματήσουμε τον έρωτα; Γιατί μονάχα αυτή την ώρα μπορούν οι άνθρωποι να νιώθουν - για δυο στιγμές μονάχα - ελεύ...

Άτιτλο

Τ ης Μ αριτίνας Θ εοδωροπούλου Λησμόνησα μια εποχή που δεν πρόλαβα να ζήσω· γεμάτη χρώματα και μυρωδιές καρδιές και σώματα ασφυκτικά μπλεγμένα. Μυρωδιά από φθηνό κρασί και γέλια δυνατά να αντηχούν. Μουσικές με στίχους κατανοητούς και παραφωνίες τόσο μελωδικές. Μια εποχή παράφωνη και φάλτσα, με δρόμους στενούς και δύσβατους γεμάτους από διαβάτες ελεύθερους. Ανάβω ένα τσιγάρο, διαβάζω εφημερίδα, μα απ' τα γράμματα δε σχηματίζω λέξεις. Βάζω μουσική και η μελωδία τέλεια γεμίζει τόσο κενά το δωμάτιο. Βγαίνω στο φρεσκοβαμμένο δρόμο και οι «τρύπες» του με ρουφούν σε μία άβυσσο. Πρόσωπα άδεια προσπερνούν χωρίς να αφήνουν τίποτα. Μα το χειρότερο...  δε θυμάμαι τον ήχο από ένα γέλιο γάργαρο κι αβίαστο. Σβήνω το τσιγάρο και ξαπλώνω με μόνη μου παρηγοριά να ονειρευτώ δρόμους δύσβατους με διαβάτες να αναβλύζουν  μυρωδιά από φθηνό κρασί και με χέρια μπλεγμένα σε γροθιά. Και ίσως - αν σταθώ τυχερή -...

Κωνσταντίνα Μιμίκου: «Πρέπει να υπάρχει απόλυτη ελευθερία στην τέχνη...»

Θα μπορούσες να δώσεις έναν ορισμό στην τέχνη; Είναι δύσκολο να δώσουμε έναν συγκεκριμένο ορισμό για την τέχνη καθώς για τον καθένα είναι διαφορετική. Πιστεύω ότι τέχνη είναι οτιδήποτε δημιουργεί ο άνθρωπος για να εκφράσει κάποιο συναίσθημά του, μια εμπειρία του, μια προσωπική του άποψη. Ορισμό δεν μπορώ να δώσω αλλά με σιγουριά· μπορώ να πω ότι είναι τρόπος έκφρασης και πρέπει να υπάρχει απόλυτη ελευθερία στην τέχνη. Πιστεύεις σε μία κοινή αισθητική ή θεωρείς ότι ο κάθε άνθρωπος είναι απολύτως φυσιολογικό να έχει τη δική του; Υπάρχει κοινή αισθητική, ναι· και είναι αυτή που είναι αρεστή στο μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων σε κάθε τόπο γιατί και η αισθητική αλλάζει πολλές φορές από τόπο σε τόπο. Στην εποχή μας μάλιστα η κοινή αισθητική έχει χωριστεί και σε ηλικιακές κατηγορίες. Τι εννοώ με αυτό; Ότι οι νέοι άνθρωποι έχουν μια κοινή αισθητική η οποία, όμως, διαφέρει πολύ από την κοινή αισθητική των μεγαλύτερων σε ηλικία ανθρώπων. Άσχετα με αυτό όμως είναι απόλυτα φυσιο...

Άκουσε

Click: Χριστίνα Μαυρίκη Άκουσε, εγώ θα ήθελα να μείνεις μαζί μου σήμερα και αύριο και παραπέρα από το αύριο· όμως - συγχώρεσε με - δεν ξέρω να ορίζω το χρόνο. Θα ήθελα να μοιραστούμε το ίδιο ποτήρι, τα ίδια τσιγάρα, τις ίδιες σκέψεις· να καταναλώνουμε τις ίδιες ποσότητες αλκοολούχων ποτών και να μεθάμε το ίδιο. Να πάμε βόλτες, μεγάλες βόλτες και να σταματάμε δύο βήματα πριν το κενό μας καταπιεί και γίνουμε ένα με το τίποτα . Να τρακάρουμε τις ιδέες μας και να τις παρατάμε εκεί, κατεστραμμένες, μόλις φτιάξουμε καινούργιες. Να κοιτάμε τη θέα από το βουνό που είχες ερωτευθεί όταν ήσουν μικρή και να το ερωτεύομαι κι εγώ. Να μιλάμε στη θάλασσα κι εκείνη να μας χαιρετά· να της δίνουμε όρκους αιώνιας αφοσίωσης κι εκείνη να μην μας πιστεύει. Να αγγίζω τα μαλλιά σου ενώ χορεύουν στον αέρα. Να μαγεύουν τη φύση, να την εξαφανίζουν. Άκουσε, μείνε εδώ· σήμερα, αύριο και παραπέρα από το αύριο. Γράφει ο Θάνος Κουλουβάκης

Για πάντα

Τ ου Θ άνου Κ ουλουβάκη Ατενίζω τα γλυκά κύματα· νωχελικά αγγίζουν τα βράχια της παραλίας που είχαμε αποφασίσει ότι θα είναι δική μας . Η νηνεμία της φύσης - ή της ίδιας μου της ύπαρξης - διακατέχει την καρδιά μου· κι εγώ αφήνομαι στα χέρια της. Κλείνω τα μάτια και ονειρεύομαι πύρινους κόσμους γεμάτους με χιλιάδες πεταλούδες που με αγκαλιάζουν και γεμίζουν την ψυχή μου με χρώματα. Η ομιλία των κυμάτων, η ζεστή άμμος και ο ψίθυρος των πολλαπλών κόσμων, που υπάρχουν γύρω μου, σβήνει κάθε θλίψη. Ακούω ξωτικά να αφουγκράζονται τον κόσμο των ανθρώπων και να τους γεμίζουν με ελπίδες. Πλάσματα όμορφα μας περιτριγυρίζουν (δεν είμαι μόνος) αισθάνομαι μία εσωτερική ηρεμία που δεν έχω βιώσει ποτέ ξανά. Εδώ θα μείνω· αλήθεια. Να ατενίζω τα κόκκινα κύματα και να χαϊδεύω τις πεταλούδες που πετούν γύρω μου. Εδώ θα μείνω· για πάντα.

Ανδρέας Πετρόπουλος: «Θέλω να με ακολουθεί η επιτυχία, κι όχι να την ακολουθώ...»

Φωτογράφος: Χάρης Σιγούρος Επειδή μία συζήτηση δεν είναι ποτέ αρκετή με ανθρώπους που μας ταξιδεύουν και έχουν πράγματα να μας διδάξουν, το Rotten Poets Society φιλοξενεί για ακόμη μία φορά τον Ανδρέα Πετρόπουλο , ο οποίος μοιράζεται μαζί μας μερικές ακόμη «λεπτομέρειες» από τη ζωή του· μας μιλά για τα όνειρά του, την πορεία του στο χώρο του ραδιοφώνου καθώς και για ορισμένες κρυφές πτυχές του εαυτού του.  Απολαύστε τη συνέντευξή του! Τι αισθάνεσαι κάθε φορά που αρχίζει η εκπομπή σου; Κάθε φορά είναι ξεχωριστή. Είναι σαν να κάνω μια νέα πρεμιέρα και πολλές φορές τα συναισθήματά μου είναι ανάμεικτα. Έχουν υπάρξει αρκετές φορές, που, πίσω απ' το μικρόφωνο, έχω προβληματιστεί, έχω στεναχωρηθεί κι είναι κι άλλες οι στιγμές με τον κόσμο που μου δίνουν την ενέργεια και τη δύναμη με το που ξεκινήσω την εκπομπή και μου προσφέρουν απλόχερα την αγάπη τους. Θεωρείς ότι πιο ουσιαστική επαφή με τον κόσμο έχεις μέσω του γραπτού λόγου ή μέσω του ραδιοφώνου; Θ...

Αυτά

Τ ου Θ άνου Κ ουλουβάκη Δε θέλω να μιλώ γι' αυτά · πονάνε αυτά  και δεν αντέχει η καρδιά μου  να τ' ακούει. Μην τ' αγγίζεις αυτά γιατί οι πληγές είναι μεγάλες και τα σημάδια με τρομάζουν. Η ψυχή μου δε δυναμώνει πια· δε μπορεί να μεγαλώσει άλλο. Ολοένα και μικραίνει  μικραίνω εξαφανίζομαι λεπτό το λεπτό, γίνομαι σκόνη, υπάρχω μονάχα μέσα σε μικρά σωματίδια άυλου πόνου. Κι αυτά  μεγαλώνουν ολοένα και περισσότερο. Μεγαλώνουν και με καταναλώνουν· τους ανήκω. Εγώ που την ιδιοκτησία  δεν την αγάπησα ποτέ, έγινα κτήμα· μέσα μου φυτεύονται ανθοφόρες πίκρες. Δεν τα θέλω τα άνθη· με φοβίζουν τα άνθη - τα χρώματα και οι μυρωδιές τους. Εγώ πάντοτε προτιμούσα να είμαι ξερός. Αυτά!

Οι παρουσίες σας

Τ ου Θ άνου  Κ ουλουβάκη Η μορφή σου με κυνηγάει τις νύχτες· με γεμίζει με απατηλά όνειρα και χαμένες ελπίδες. Η μορφή σου βρίσκεται παντού γύρω μου· γεννά νοσταλγικά επεισόδια που φορτώνουν την καρδιά μου με πόθο. Ταράζεται ο ύπνος μου από την παρουσία σου. Όμως ποτέ δε μπορώ να τη δω, να την αισθανθώ, να την αγκαλιάσω. Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι την πύρινη ακτίνα του έρωτα να με τρυπά  και να καίει ολόκληρο το κορμί μου. Ονειρεύομαι την αιωνιότητα που δημιουργούν οι έλξεις· επιτρέπουν στους ανθρώπους να την αισθανθούν - μονάχα για λίγες στιγμές - και ύστερα την παίρνουν μακριά για πάντα. Μπαλκόνι, τσάι, ίσως κονιάκ. Ζακέτα, τσιγάρα. Η παρουσία σου  - ή οι παρουσίες σας.

Αθωότητα

  Εγώ και η αθωότητα ζήσαμε κάποτε μια σύντομη, αλλά παθιασμένη σχέση, δεν αντέχαμε χωριστά, αλλά κυρίως δεν αντέχαμε μαζί. Και μια μέρα, έτσι ξαφνικά, αλλά και σαν από καιρό προετοιμασμένη, την άφησα να φύγει. Την έδιωξα.  Κι ας μην ήθελε αυτή να φύγει.  Τον πρώτο καιρό ήταν δύσκολα, Η αθωότητα ερχόταν κάθε μέρα,  με παρακαλούσε έξω από την κλειδωμένη πόρτα, τρύπωνε στα σκοτάδια μου και απειλούσε, να τα γεμίσει με φως, και εγώ πάλευα, συνέχεια πάλευα, να την κρατήσω μακριά. Και τα χρόνια πέρασαν, και η αθωότητα βαρέθηκε να με κυνηγά, και εγώ αποφάσισα να δώσω στους δαίμονές μου μια ευκαιρία, να μου δείξουν τι μπορούσαν να κάνουν για εμένα αυτοί. Καμιά φορά τη βλέπω τη αθωότητα στο δρόμο, με βλέπει και αυτή, κάνουμε πώς δεν γνωριζόμαστε, δε λέμε ούτε γειά, και καθώς περνούν κι άλλο τα  χρόνια, αρχίζω να αναρωτιέμαι αν εγώ και η αθωότητα, γνωριστήκαμε ποτέ στα αλήθεια. Γράφει η Μαρία Παπαδοπού...

Σκούρο μπλε

Το βράδυ που πέρασε δεν κοιμήθηκα· ήπια ουίσκι, λίγη βότκα και πέταξα από πάνω μου  τους μανδύες της συναισθηματικής φόρτισης, που θα μπορούσες να ονομάσεις θλίψη. Το βράδυ που πέρασε με τράβηξε μακριά· τόσο μακριά που το ξημέρωμα δεν ένιωθα να είμαι εγώ - ίσως να μην είμαι ποτέ εγώ. Το πρώτο φως της μέρας γέμισε τα μάτια μου. Το σκούρο μπλε φως διάβασε το μυαλό μου και μου μίλησε. Μου είπε για τις νύχτες που έχασα  όταν ήμουνα μικρός και τις φοβόμουν. Διότι τώρα τις αγαπώ· τις αγαπώ πιο πολύ από τις μέρες. Μου μίλησε για εμάς και για τις αναμνήσεις που ποτέ δε φεύγουν, αλλά μονάχα μπλέκονται στα συρτάρια του μυαλού και το ζαλίζουν πιο πολύ από το ουίσκι. Μετά μου είπε να πάω να ξαπλώσω γιατί ήμουν - λέει - πολύ μεθυσμένος· όμως δεν ήμουν μεθυσμένος από το ουίσκι, ούτε από τη βότκα, ούτε από τους καπνούς. Είχα μεθύσει από τις σκέψεις και τις αναμνήσεις. Όμως πιο πολύ είχα μεθύσει από τη νοσταλγία και ...

Βήματα

Είναι ο τρόμος και μια παράξενη ανησυχία  είναι φωνές, αισθήσεις πρωτόγνωρες  και κάτι που τους ομοιάζει  δεν είναι φόβος μη σε πάρει κάτι μακριά,  ή μη σου πάρει κάποιος τη ζωή σου, αλλά ο επισκέπτης που έρχεται απρόσκλητος στη μικρή σου εορτή  “εορτή δαιμόνων” – την ονόμασες κάποτε – “μέσα σε ενα δοχείο για μια φτηνή ψυχή” τρέμεις μη σου χτυπήσει την πόρτα  και εσύ δεν έχεις αψέντι να τον κεράσεις και την κατάλληλη μουσική να του παίξεις  και ξέρεις ότι αν δε του δώσεις αυτά, θ α προσπαθήσει να κατακτήσει ένα ακόμη κομμάτι της γαλήνης σου και με αυτή θα χορτάσει, αφήνοντας τρέμουλο για συμπλήρωμα στο κενό αλλά υπάρχει κάτι στο οποίο εσύ δεν έχεις ακόμη καταλήξει· φοβάσαι περισσότερο εκείνον τον επισκέπτη  ή τον ίδιο σου τον εαυτό; Γράφει η Ρένια Τσάπρα